Ο λόγος του Μητροπολίτη Καρυστίας και Σκύρου στην Κύμη, το αμήχανο γέλιο των αρχών και η διαχρονική άμυνα της εξουσίας απέναντι στην κριτική.
Η εκδήλωση βράβευσης μαθητών στο Γηροκομείο της Κύμης πρόσφερε κάτι παραπάνω από τον αναμενόμενο πανηγυρικό τόνο της ημέρας εορτασμού του Πολιούχου Αγίου Αθανασίου. Πρόσφερε μια καθαρή, σχεδόν απογυμνωμένη εικόνα του τρόπου με τον οποίο η εξουσία συχνά διαχειρίζεται την αλήθεια όταν αυτή λέγεται δημόσια, χωρίς περιστροφές και ευγένειες. Η παρουσία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Καρυστίας και Σκύρου κ. Σεραφείμ λειτούργησε ως καταλύτης για να ειπωθούν πράγματα που συνήθως ψιθυρίζονται ή αποφεύγονται.
Η συγκεκριμένη εκδήλωση, άλλωστε, κάθε χρόνο προσφέρεται για δηλώσεις. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αποτελεί τη δική μας τοπική «Δ.Ε.Θ.». Έτσι και φέτος, οι τοπικοί άρχοντες και ο Δήμαρχος προχώρησαν σε εξαγγελίες παλαιών και νέων έργων. Σε αυτό το σημείο ο Δεσπότης παρενέβη με λόγο λιτό αλλά αιχμηρό, δηλώνοντας ότι βρίσκεται στον τόπο εδώ και 57 χρόνια και γνωρίζει τα πάντα με λεπτομέρειες. Έθεσε, ουσιαστικά για ακόμη μία φορά, το ζήτημα της ανακολουθίας ανάμεσα στα λόγια και την πραγματικότητα.
Η φράση του «όσοι έρχεστε σε αυτό το βήμα να προσέχετε, γιατί αν σας παραλάβω τα χρόνια με συγκεκριμένα στοιχεία δεν ξέρω αν θα είναι ανοιχτή η πόρτα για να φύγετε» ήταν απολύτως χαρακτηριστική. Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η καταληκτική επισήμανση, λίγο πριν επιστρέψει στο τελετουργικό της εκδήλωσης, ότι «δεν απειλώ, προειδοποιώ». Δεν υπήρχε ίχνος υπερβολής ή θεατρικότητας. Ήταν συμπυκνωμένη εμπειρία δεκαετιών και μια έμμεση αλλά σαφής καταγγελία της στασιμότητας που βιώνει η τοπική κοινωνία.
Η αντίδραση που ακολούθησε υπήρξε εξίσου αποκαλυπτική. Αντί για προβληματισμό ή έστω σιωπή, επιλέχθηκε το γέλιο και το χειροκρότημα. Έτσι, μια σφαγερή επισήμανση μετατράπηκε σε ακίνδυνο στιγμιότυπο, σαν μια ατάκα που «πέρασε» χωρίς να αφήσει, τουλάχιστον φαινομενικά, πολιτικό αποτύπωμα. Το γέλιο λειτούργησε ως ασπίδα και το χειροκρότημα ως τρόπος να κλείσει γρήγορα ένα άβολο κεφάλαιο.
Αυτή η συμπεριφορά δεν είναι ούτε αθώα ούτε αυθόρμητη. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή διαχείρισης της κριτικής και αφορά τόσο τους αξιωματούχους όσο και τους πολίτες. Όποιος δεν μπορεί ή δεν θέλει να απαντήσει στην ουσία, επιλέγει να αποδυναμώσει το μήνυμα, να το μετατρέψει σε χιούμορ και να το εντάξει στο πλαίσιο μιας «καλής ατμόσφαιρας». Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται η σύγκρουση, αλλά ταυτόχρονα παγιώνεται η αίσθηση ότι τίποτα ουσιαστικό δεν αλλάζει.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι η εξοικείωση με την κριτική χωρίς συνέπειες. Ακόμη και όταν η παρατήρηση προέρχεται από πρόσωπο με ισχυρό ηθικό και κοινωνικό κύρος, αντιμετωπίζεται ως μέρος ενός τελετουργικού που τελειώνει με το κλείσιμο των μικροφώνων. Εκεί ακριβώς αποτυπώνεται η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που πραγματικά λαμβάνεται υπόψη.
Δεν είναι τυχαίο ότι όλη αυτή η σκηνή θυμίζει έντονα τους «Ιππείς» του Αριστοφάνη. Εκεί, η πολιτική κριτική λέγεται ανοιχτά, αλλά η εξουσία ξέρει να τη μετατρέπει σε θέαμα, να την απορροφά και να επιβιώνει μέσα από τη γελοιοποίησή της. Το γέλιο δεν είναι ένδειξη αυτογνωσίας· είναι εργαλείο ακύρωσης της αλήθειας. Η κωμωδία λειτουργεί ως καθρέφτης μιας κοινωνίας που χειροκροτεί, ενώ θα έπρεπε να απαιτεί.
Τελικά, το περιστατικό στην Κύμη δεν ήταν μια χαριτωμένη ή χιουμοριστική σκηνή σε μια τοπική εκδήλωση. Ήταν μια μικρή αλλά απολύτως καθαρή εικόνα του ευρύτερου προβλήματος, του χάσματος ανάμεσα στον λόγο και την πράξη, ανάμεσα στις εξαγγελίες και την καθημερινή εμπειρία των πολιτών. Και όσο η κριτική αντιμετωπίζεται με γέλιο αντί με ευθύνη, τόσο αυτό το χάσμα θα βαθαίνει, αφήνοντας πίσω του μόνο χειροκροτήματα χωρίς αντίκρισμα.
Πηγή: “Ράδιο Αλιβέρι















